Loading...

Πέμπτη, 10 Μαΐου 2012

κλασσική μουσική


Κλασική μουσική

Ετυμολογία - Ορισμός

Το επίθετο -κλασικός προέρχεται από τη λατινική λέξη -classicus δηλαδή κάτι εξαιρετικό. Διάφοροι ορισμοί συνδέουν τον όρο με την ελληνική και λατινική αρχαιότητα, ως συμμόρφωση του ύφους ή της σύνθεσης με τα πρότυπα της ελληνικής και λατινικής αρχαιότητας (Oxford English Dictionary). Οι ορισμοί αυτοί μεταφέρθηκαν στην μουσική για να δηλώσουν περισσότερο την διάκριση μεταξύ της "έντεχνης" μουσικής από την λαϊκή ή παραδοσιακή. Η έννοια της κλασικής μουσικής, παρέπεμπε επομένως σε μία "ανώτερη" μορφή μουσικής σύνθεσης, με "σοβαρούς" σκοπούς και πέρα από τον ψυχαγωγικό χαρακτήρα.
Ο όρος "Κλασική Σχολή" χρησιμοποιήθηκε αργότερα στη Γερμανια το 1830 για το έργο των Χάυδν, Μότσαρτ και Μπετόβεν. Με τον όρο "κλασική μουσική" αναφερόμαστε ευρύτερα στην Δυτικοευρωπαϊκή μουσική παραγωγή που εκτείνεται σε μία αρκετά μεγάλη χρονική περίοδο, περίπου από το 470 μέχρι και την σύγχρονη εποχή.

Περίοδοι της κλασικής μουσικής

Η ιστορία της κλασικής ευρωπαϊκής μουσικής μπορεί να χωριστεί στις παρακάτω κύριες ιστορικές περιόδους:   Μεσαίωνας: η μεσαιωνική μουσική καλύπτει την περίοδο περίπου από τα τέλη του 5ου αι. μέχρι το 1400.

    Αναγέννηση: η αναγεννησιακή μουσική καλύπτει την περίοδο 1400–1600.

    Μπαρόκ: η μπαρόκ μουσική καλύπτει την περίοδο 1600–1750.

    Κλασική εποχή: η μουσική της περιόδου 1730–1830.

    Ρομαντισμός: η ρομαντική εποχή της μουσικής καλύπτει την περίοδο 1815–1910.

    Σύγχρονη εποχή: η μουσική η οποία παράγεται κατά κύριο λόγο στον 20ο αιώνα διατηρώντας χαρακτηριστικά γνωρίσματα της μουσικής των προηγούμενων περιόδων.Με τον όρο κλασική εποχή της μουσικής αναφερόμαστε στην κλασική περίοδο της Δυτικής μουσικής, η οποία ξεκίνησε περίπου το 1750 και τερματίστηκε μεταξύ του 1810 και 1830. Η κλασική εποχή ακολούθησε την Μπαρόκ περίοδο και προηγήθηκε του ρομαντισμού. Αποτέλεσε την περίοδο κατά την οποία ξεχώρισαν οι μορφές πολύ σημαντικών συνθετών, όπως του Ιωσήφ Χάυδν, του Μότσαρτ και του Μπετόβεν. Επιπλέον μπορεί να ενταχθεί σε μια γενικότερη πολιτιστική αλλαγή που συντελέστηκε από τα μέσα του 18ου αιώνα, έχοντας ως σημαντική επιρροή τις ιδέες του Διαφωτισμού, με αποτέλεσμα την δημιουργία εξαιρετικών μουσικών επιτευγμάτων.
Ιστορία της κλασικής περιόδου

Πορτραίτο του Ιωσήφ Χάυδν, κορυφαίου κλασικού συνθέτη (1792).

Η περίοδος του Μπαρόκ συνδέθηκε με την άνοδο του απολυταρχισμού στην Ευρώπη αλλά και με μια σταδιακή αναθεώρηση των παραδοσιακών ιδεών και αξιών. Ήδη από τον 17ο αιώνα οικοδομήθηκε μια νέα κοσμοαντίληψη περισσότερο ορθολογική και μηχανιστική, που θεμελιώθηκε από τον Καρτέσιο, τον Λοκ και τον Νεύτωνα. Η πνευματική αυτή επανάσταση αποτέλεσε και την βάση του πολιτιστικού κλίματος μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ο Διαφωτισμός. Όπως ο Διαφωτισμός έτσι και ολόκληρη η καλλιτεχνική παραγωγή του 17ου και 18ου αιώνα αντανακλά ένα θαυμασμό για τον κλασικό κόσμο και οι δημιουργοί μιμούνται τα κλασικά πρότυπα.

Στο γεγονός αυτό, σημαντική συμβολή έχουν και οι αρχαιολογικές αποστολές που πολλαπλασιάζονται και οδηγούν σε σημαντικές ανακαλύψεις στην Ελλάδα, την Ιταλία και την Αίγυπτο. Την περιόδο του κλασικισμού, το Λονδίνο και το Παρίσι αποτελούν σημαντικά αστικά κέντρα με έντονο καλλιτεχνικό στοιχείο. Στην Γερμανία και την Ιταλία υπάρχουν αρκετές μικρότερες πόλεις με αξιοσημείωτη καλλιτεχνική δραστηριότητα ενώ στην Αυστρία, η Βιέννη μετατρέπεται σε τόπο συγκέντρωσης ευγενών και καλλιτεχνών από ολόκληρη την Ευρώπη. Στη Βιέννη πραγματοποιήθηκε η ανάμειξη όλων των διαφορετικών εθνικών χαρακτηριστικών στην τέχνη.

Στα μέσα του 18ου αιώνα, έχει διαμορφωθεί πλήρως ένα νέο ρεύμα στην αρχιτεκτονική, τη μουσική και γενικά τις τέχνες. Η διαύγεια και καθαρότητα είναι βασικά γνωρίσματα του νέου αυτού ύφους. Η απλότητα, η ευθύτητα και η συνοχή, αποτελούν βασικές αρχές της νέας αισθητικής, η οποία αξίωνε την κατάργηση περιττών διακοσμητικών στοιχείων επιζητώντας μια περισσότερη φυσική και άμεση έκφραση.
Χαρακτηριστικά γνωρίσματα

Ο Βόλφγκανγκ Αμαντέους Μότσαρτ

Η κλασική μουσική χαρακτηρίζεται γενικά από μια ομοφωνική μουσική γραφή κατά την οποία κυριαρχεί μια βασική μελωδία ενώ τα υπόλοιπα συνοδευτικά μέρη υποστηρίζουν την μελωδία αυτή. Το ύφος αυτό ήταν σε πλήρη αντίθεση με την πολυφωνική και αντιστικτική δομή της προκλασικής ή μπαρόκ μουσικής. Επιπλέον το κλασικό ύφος εισάγει μια μελωδική και αρμονική περιοδικότητα. Το μουσικό κείμενο χωρίζεται τις περισσότερες φορές σε σύντομες περιόδους ή φράσεις ενώ οι αρμονίες εναλλάσονται με βραδύτερο ρυθμό. Ένα επιπλέον χαρακτηριστικό της κλασικής μουσικής είναι η εναλλαγή συναισθημάτων και διάθεσης, κάτι που δεν παρατηρείται στην μπαρόκ μουσική όπου ένα μουσικό κομμάτι εκφράζει από την αρχή ως το τέλος του μια συγκεκριμένη συναισθηματική κατάσταση.
Μουσικά είδη
Όπερα
Κωμική όπερα

Η ακμή της όπερας και ειδικότερα της αποκαλούμενης κωμικής όπερας είναι βασικό γνώρισμα της κλασικής περιόδου στη μουσική. Το είδος αυτό εμφανίστηκε ως opera buffa στην Ιταλία, opera comique στη Γαλλία, opera ballad στην Αγγλία ή ακόμα ως Singspiel, παρεμφερές είδος που αναπτύχθηκε στη Γερμανία. Η παράδοση της "σοβαρής" όπερας συνεχίστηκε κυρίως στην Ιταλία και την Γαλλία (opera seria ή tragedie lyrique αντίστοιχα). Το ιταλικό μουσικό θέατρο ήταν γενικότερα χώρος μουσικών καινοτομιών και διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στην διαμόρφωση του κλασικού ύφους. Τα έργα διέθεταν συνήθως ηθικοπλαστικό χαρακτήρα ενώ αντιπροσωπευτικός συνθέτης ήταν ο Alessandro Scarlatti.

Η γαλλική κωμική όπερα αποτέλεσε ουσιαστικά μείξη της ιταλικής opera buffa με το παραδοσιακό γαλλικό είδος vaudeville, λαϊκοί σκοποί που παίζονταν σε παρισινές γιορτές. Οι σκοποί αυτοί αντικαταστήθηκαν από άριες (ariettes). Μια από τις πιο γνωστές κωμικές όπερες με σημαντική επιτυχία ήταν η Le devin du village (ελλ. μφ. Ο μάντης του χωριού) του Ρουσσώ.

Αντίστοιχα με ότι συνέβαινε στην ηπειρωτική Ευρώπη, στην Αγγλία αναπτύχθηκε το είδος της opera ballad που περιλάμβανε γνωστούς λαϊκούς σκοπούς (ballads δηλαδή μπαλάντες). Ένα από τα πιο δημοφιλή δείγματα αυτού του είδους ήταν η Όπερα του Ζητιάνου του Christopher Pepusch.

Στον χώρο της όπερας, σημαντική μορφή αποτέλεσε και ο συνθέτης Christoph Willibald Gluck, ο οποίος καθιέρωσε ένα νέο τύπο όπερας, συνδέοντας τα χαρακτηριστικά της ιταλικής και της γαλλικής. Ο Gluck απλοποίησε σε μεγάλο βαθμό την μουσική δομή της όπερας ενώ εξάλειψε και την κατάχρηση των φωνητικών καλλωπισμών, οι οποίοι χαρακτήριζαν τις άριες τις εποχής με βασικό σκοπό η μουσική να υπηρετεί την ποίηση της όπερας. Σημαντικότερο ίσως έργο του Gluck αποτέλεσε η όπερα Ιφιγένεια εν Ταύροις (1779).
Μουσικά όργανα

Τα βασικά όργανα που κυριαρχούν στην μουσική της κλασικής περιόδου είναι:

    το πιάνο (pianoforte), που σταδιακά αντικαθιστά το προγενέστερο κλειδοκύμβαλο

    το βαρύτονο (baryton), μπάσο έγχορδο όργανο που παιζόταν με δοξάρι

    το κλαρινέτο, που βρίσκει θέση μέσα στην ορχήστρα και αποκτά αξιόλογο ρεπερτόριο

    το φυσικό κόρνο, χάλκινο πνευστό

Αρκετά όργανα υπέστησαν τροποποιήσεις κατά την κλασική περίοδο. Για παράδειγμα, το "κλασικό" κόρνο διέφερε σημαντικά από το μπαρόκ κόρνο καθώς ενσωμάτωνε και τη δυνατότητα αλλαγής τονικότητας, χάρη σε επινόηση του κατασκευαστή Michael Leichnamshneider. Επιπλέον στο κλαρινέτο, διάφορες παραλλαγές του έκαναν την εμφάνισή τους, όπως το βαρύτερο τονικά κόρνο di bassetto, από τα αγαπημένα όργανα του Μότσαρτ.

Αξίζει να σημειωθεί ακόμα ότι η κλασική περίοδος χαρακτηρίστηκε και από την εμφάνιση της αποκαλούμενης Harmonie, ενός συνόλου πνευστών οργάνων που περιλάμβανε μέχρι δώδεκα όργανα, κυρίως χάλκινα πνευστά αλλά και κλαρινέτα, όμποε ή φαγκότα. Αρκετοί συνθέτες αξιοποίησαν τέτοιου είδους σύνολα, τα οποία ήταν ιδαίτερα δημοφιλή.
Σημαντικοί κλασικοί συνθέτες

    Γιόζεφ Χάυντν (1732-1809)

    Βόλφγκανγκ Αμαντέους Μότσαρτ (1756-1791)

    Λούντβιχ βαν Μπετόβεν (1770-1827)

    Αντρέα Λουκέσι (1741-1801)

    Φρασουά Ζοζέφ Γκοσέκ (1734-1829)

    Κρίστοφ Βίλιμπαλντ Γκλουκ (1714-1787)

    Μούτσιο Κλεμέντι (1752-1832)

    Λουίτζι Μποκερίνι (1743-1805)

    Γιόχαν Κρίστιαν Μπαχ (1735-1782)

    Καρλ Φίλιπ Εμάνουελ Μπαχ (1714-1788)

    Βίλχελμ Φρίντμαν Μπαχ (1710-1784)

Ιστορία

Η μουσική χρονολογεί και εξελίσσει την ιστορία της ως παράλληλη μ' εκείνη της Γλώσσας, κατ' ουσίαν ως παράλληλη με την ανθρώπινη εξέλιξη. Καθώς ο έναρθρος λόγος ως ηχητικό μέσο δεν δύναται να αποδώσει το φάσμα των αποχρώσεων των κειμενικών, προσωπικών ανθρώπινων σκέψεων και συναισθημάτων ο άνθρωπος ανέπτυξε ένα νέο ηχητικό μέσο έκφρασης: τον Μουσικό Λόγο. Καθώς η Γλώσσα χρησιμοποιείται στην έκφραση παραστάσεων και εννοιών, στην ονομασία των πραγμάτων, έτσι, και η Μουσική, αποδεικνύεται ως απαραίτητη ανάγκη της ζωής στη διερμηνεία της ανθρώπινης ύπαρξη στο σύνολο των εκφάνσεών της.
Προϊστορική εποχή

Εικασίες για τη μουσική αυτής της εποχής βασίζονται σε ευρήματα που προέρχονται από διάφορους παλαιολιθικούς αρχαιολογικούς χώρους, όπως οστά με επιμήκεις τρύπες - αυτά έχουν θεωρηθεί ως αυλοί που παίζονται με τρόπο παρόμοιο με αυτό του Ιαπωνικού οργάνου shakuhachi. Μουσικά όργανα, όπως αυλοί με επτά τρύπες και έγχορδα όργανα έχουν βρεθεί σε αρχαιολογικούς χώρους του πολιτισμού της κοιλάδας Ίντους. Η Ινδία έχει μία από τις παλαιότερες μουσικές παραδόσεις του κόσμου - αναφορές στην ινδική κλασσική μουσική (μάργκα) μπορούν να βρεθούν σε αρχαίες ιερές γραφές της Ινδουιστικής παράδοσης. Οι αρχαιότερες συλλογές προϊστορικών μουσικών οργάνων έχουν βρεθεί στην Κίνα και χρονολογούνται μεταξύ των 7000 και 6600 π.Χ.ε
Στην Αρχαία Ελλάδα

Κατά την αρχαϊκή και κλασική εποχή, ο όρος μουσική εννοούσε τον μουσικά προκαθορισμένο στίχο, όπως εμφανιζόταν στα διάφορα ποιητικά είδη και κυρίως στη λυρική ποίηση. Με τη σημερινή σημασία του όρου, η ενότητα μουσικής και λόγου άρχισε να κλονίζεται κατά το δεύτερο μισό του 5ου αιώνα π.Χ. και σε αυτό συνέτειναν διάφοροι παράγοντες όπως η εισαγωγή καινοτομιών στη σύνθεση του μέλους, η εκτεταμένη ανάπτυξη της δεξιοτεχνικής οργανικής εκτέλεσης, οι μεταβολές στον τρόπο εκφοράς της γλώσσας και η μετέπειτα απώλεια της προσωδίας της.

Η μουσική της Αρχαίας Ελλάδας ήταν ένα μείζον κομμάτι του αρχαιοελληνικού θεάτρου - μεικτές χορωδίες τραγουδούσαν για διασκεδαστικά, εορταστικά και πνευματικά δρώμενα. Χρησιμοποιούνταν μουσικά όργανα όπως, μεταξύ άλλων, ο αυλός, η λύρα, και ιδιαίτερα η κιθάρα. Η μουσική ήταν σημαντικό μέρος της αρχαιοελληνικής παιδείας, όπου τα αγόρια ξεκινούσαν μουσικές σπουδές από έξι χρονών. Η αρχαιοελληνική μουσική θεωρία περιελάμβανε τους τρόπους, οι οποίοι αποτέλεσαν βάση για τη δυτική θρησκευτική και κλασσική μουσική, κι επίσης χρησιμοποιούνται εκτενώς στη τζαζ. Αργότερα, η αρχαιοελληνική μουσική δέχτηκε επιρροές από τη Ρωμαϊκή και Βυζαντινή αυτοκρατορία, καθώς και από τη μουσική της ανατολικής Ευρώπης.
Σε άλλους αρχαίους πολιτισμούς

Η Ινδική κλασσική μουσική είναι μια από τις παλαιότερες μουσικές παραδόσεις του κόσμου. Από τον πολιτισμό της κοιλάδας Ίντους (Indus) έχουν διασωθεί γλυπτά που αναδεικνύουν χορευτικές δραστηριότητες, καθώς και μουσικά όργανα όπως το φλάουτο με επτά τρύπες. Διαφόρων ειδών έγχορδα όργανα και τύμπανα έχουν βρεθεί σε ανασκαφές που έχουν γίνει στα Harrapa και Mohenjo Daro από τον Μόρτιμερ Ουίλερ. Το ιερό κείμενο Rigveda περιέχει στοιχεία που βρίσκονται στη σημερινή Ινδική μουσική, με μουσική σημειογραφία που υποδηλώνει το μέτρο και τον τρόπο της ψαλμωδίας. Η Ινδική κλασσική μουσική (ή μάργκα) είναι μονοφωνική και βασίζεται σε μια μελωδική γραμμή - ή ράγκα - που οργανώνεται ρυθμικά μέσω των τάλα. Η ινδουιστική μουσική επηρεάστηκε από περσικές πρακτικές εκτέλεσης των Αφγανών Mughal.

Η Κινέζικη κλασσική μουσική - η παραδοσιακή τέχνη ή αλλιώς αυλική μουσική της Κίνας - έχει ιστορία με εύρος περίπου τριών χιλιάδων χρόνων. Περιλαμβάνει αυτούσια συστήματα μουσικής σημειογραφίας, μουσικές τονικότητες και τονικά ύψη, όργανα, μουσικά είδη και στυλ. Η κινέζικη μουσική είναι πεντατονική-διατονική και έχει κλίμακες με δώδεκα φθόγγους, όπως οι αντίστοιχες του δυτικοευρωπαϊκού συστήματος.
Μεσαίωνας

Κύριο λήμμα: Μεσαιωνική μουσική

Μία παρτιτούρα του Μπαχ

Κατά τη διάρκεια του Μεσαίωνα (500 – 1400), το μοναδικό ευρωπαϊκό ρεπερτόριο που διασώζεται και χρονολογείται πριν τις αρχές του 8ου αιώνα είναι το μονοφωνικό λειτουργικό τραγούδι της Ρωμαϊκής Καθολικής Εκκλησίας, της οποίας η κύρια παράδοση ονομάζεται Γρηγοριανό Μέλος. Παράλληλα με τις εκκλησιαστικές και ιερές παραδόσεις, υπήρχε μια ζωντανή παράδοση λαϊκών τραγουδιών με μη-θρησκευτικού χαρακτήρα (αγγλ., secular song).

Κατά την Αναγεννησιακή περίοδο (1400 - 1600), ένα μεγάλο μέρος της διασωθέντας μουσικής της Ευρώπης του 14ου αιώνα είναι λαϊκά τραγούδια. Από τα μέσα του 15ου αιώνα, η πολυφωνία χρησιμοποιούταν από συνθέτες και τραγουδιστές σε θρησκευτικές συνθέσεις. Διακεκριμένοι συνθέτες της περιόδου θεωρούνται οι Παλεστρίνα (Palestrina), Τόμας Μόρλεϊ (Thomas Morley) και Ορλάντ ντε Λάσους (Orlande de Lassus).

Τον ενδέκατο αιώνα, ο Βενεδικτίνος μοναχός Γκουίντο ντ' Αρέτσο (Guido d'Arezzo, 995 - 1050) καθιέρωσε ένα σύστημα καταγραφής της μουσικής, βασιζόμενο σε οριζόντιες γραμμές και τετράγωνα σύμβολα τα οποία σημείωναν τη σχέση της εκάστοτε νότας με μια κεντρική. Το σύστημα αυτό θεωρείται ως ο πρόδρομος του πενταγράμμου που επικρατεί στη Δυτική μουσική σημειογραφία μέχρι σήμερα.
Κλασική μουσική

Κύριο λήμμα: Κλασική μουσική

Στη δυτική Ευρώπη, η μουσική εξελίχθηκε από τη μονοφωνία ως την πολυφωνία και την ομοφωνία, από την εξάρτησή της στο ποιητικό - κυρίως θρησκευτικού αρχικά περιεχομένου - κείμενο, έως την ανεξαρτητοποίηση της από τη γλώσσα μέσω της ενόργανης μουσικής, από τις πρώτες προσπάθειες για δημιουργία ενός ορθολογικού συστήματος σημειογραφίας από τον Βοήθιο κατά τον 5ο αιώνα, μέχρι την τονική μουσική και από εκεί στην ατονικότητα στις αρχές του 20ου αιώνα. Στον δυτικοευρωπαϊκό χώρο επινοήθηκε επίσης και τελειοποιήθηκε σειρά από συστήματα Μουσικής Σύνθεσης, όπως η Αντίστιξη ή Κοντραπούντο, η Φούγκα, η Αρμονία, ο Δωδεκαφθογγισμός ή Σειραϊσμός.

    Κλασική εποχή της μουσικής


    Μουσικά όργανα

    Τα μουσικά όργανα είναι μηχανικές κατασκευές που αποσκοπούν πρωτίστως στη δημιουργία ήχων. Τα μουσικά όργανα κατηγοριοποιούνται με διάφορους τρόπους, όπως ανάλογα με τη μέθοδο παραγωγής ήχου (χορδόφωνα, μεμβρανόφωνα, αερόφωνα), είτε με τον τρόπο παιξίματος (κρουστά, πνευστά, νυκτά) είτε βάσει του υλικού κατασκευής (ξύλινα, χάλκινα κλπ). Υπάρχουν πολλές μέθοδοι κατηγοριοποίησης, με πιο διαδεδομένη αυτή των Χόρνμποστελ και Σακς (en:Hornbostel-Sachs) [4]. Κριτήρια της κατηγοριοποίησης των οργάνων με αυτή την μέθοδο, είναι, πρωτίστως, ο τρόπος παραγωγής του ήχου και, δευτερευόντως, ο τρόπος παιξίματος και η κατασκευή του οργάνου.
    Οι πέντε βασικές κατηγορίες οργάνων κατά Χόρνμποστελ και Σακς, είναι οι εξής:

    Ιδιόφωνα

    Στα ιδιόφωνα (αυτόφωνα) (ομάδα κρουστών) ο ήχος παράγεται μέσω της δόνησης του ίδιου του σώματός τους λ.χ. μεταλλόφωνο

    Μεμβρανόφωνα

    Τα μεμβρανόφωνα (ομάδα κρουστών) φέρουν στρογγυλές μεμβράνες προς κρούση λ.χ. τύμπανο

    Χορδόφωνα

    Στα χορδόφωνα ο ήχος δημιουργείται θέτοντας τεντωμένες χορδές σε ταλάντωση, λ.χ. βιολοντσέλο Xωρίζονται σε τέσσερις επιμέρους κατηγορίες, βάση του τρόπου παιξίματός τους:
    • Mε τσίμπημα (νύξη)
    • Με χτύπημα με ραβδάκια ή σφυράκια
    • Με τρίψιμο με δοξάρι ή τροχό
    • Με συνήχηση ελεύθερων χορδών

    Αερόφωνα

    Στα αερόφωνα ο ήχος δημιουργείται από αέρα που ταξιδεύει μέσα σε όργανο με σωληνοειδές σχήμα, λ.χ. κλαρινέτο.

    Ηλεκτρόφωνα

    Τα ηλεκτρόφωνα παράγουν ήχο μέσω ηλεκτρονικού κυκλώματος λ.χ. συνθετητές.
    Ο κλάδος της μουσικής επιστήμης που ασχολείται με τη μελέτη των μουσικών οργάνων ονομάζεται οργανολογία.

    Σύνθεση μουσικής

    Υπό τις ως άνω θεωρήσεις, τα ηχητικά στοιχεία γίνονται μουσική μόνον χάρη στην οργάνωσή τους από κάποιον άνθρωπο, ο οποίος κάποιες φορές θεωρείται από το περιβάλλον του ως προικισμένος με ειδικά προσόντα και γνώση, για να αποφασίσει ως προς την οργάνωση κάποιων συγκεκριμένων ή μη ήχων που θα επιλέξει, μέσα σε ένα δεδομένο χρονικό διάστημα.
    Ο τρόπος με τον οποίον οργανώνει ο άνθρωπος το ηχητικό υλικό ούτως ώστε να παράξει μουσική, εξαρτάται από την αλληλεπίδρασή του με το φυσικό, κοινωνικό και πολιτισμικό περιβάλλον, από φυσικούς νόμους όπως η συμμετρία, η περιοδικότητα, η επανάληψη, η ταλάντευση, η ηχώ, και πιθανόν από ποικίλους άλλους αστάθμητους παράγοντες.

    Δεν υπάρχουν σχόλια:

    Δημοσίευση σχολίου